Πανδημία COVID-19: Μέτρα εταιρικής κοινωνικής ευθύνης της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας

el

Ορισμόι – Επεξήγηση Τεχνικών Χρηματοδοτικών Όρων

Αγορά (Market)

Ο τόπος αγοράς και πώλησης αγαθών, πληροφοριών και υπηρεσιών είτε με απευθείας τρόπο είτε μέσω τρίτων (αντιπροσώπων).

 

Αγορά Παραγώγων (Derivatives)

Σε μια αγορά παραγώγων πραγματοποιούνται αγοραπωλησίες χρηματοοικονομικών προϊόντων που παράγονται από κάποια άλλα (απλή μορφή προϊόντων) και έχουν μια μελλοντική συναλλαγή. Παραδείγματα παραγώγων είναι οι μετοχές, το πετρέλαιο, ο χρυσός κτλ.

 

Άδεια Εισαγωγής /Εξαγωγής (Export/Import License)

‘Έγγραφο ελέγχου που εκδίδεται από επίσημο δημόσιο φορέα και εξουσιοδοτεί την εισαγωγή ή εξαγωγή συγκεκριμένων εμπορευμάτων που βρίσκονται σε καθεστώς περιορισμού λόγω ποσοστώσεων (επικίνδυνα υλικά, προϊόντα σε έλλειψη, απαγορευμένα υλικά όπως φάρμακα ή γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα, στρατηγικά υλικά όπως ουράνιο, ευαίσθητης τεχνολογίας όπως μικροεπεξεργαστές κτλ.).

 

Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (GDP)

Είναι το σύνολο των προϊόντων (υλικών και αυλων) που παράχθηκαν σε μια χώρα μέσα σε ένα χρόνο (συμπεριλαμβανομένων των παραγωγικών μονάδων που ανήκουν σε κατοίκους του εξωτερικού.

 

 

 

Αμοιβαίο Κεφάλαιο (Mutual Fund)

Είναι μια κοινή περιουσία (ένα χαρτοφυλάκιο αξιών με διασπορά) που δημιουργείται απο την εισφορά χρημάτων πολλών επενδυτών, το οποίο και διαχειρίζεται μια ανώνυμη εταιρία διαχείρισης κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ). Τα βασικά χαρακτηριστικά ενός αμοιβαίου κεφαλαίου είναι οτι στερείται νομικής προσωπικότητας και το κεφάλαιο είναι μεταβλητό.

 

Αναχρηματοδότηση (Refinancing)

Είναι η αποπληρωμή ενός υπάρχοντος δανείου από ένα νέο δάνειο. Πολλοί χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί για να διευκολύνουν τους δανειολήπτες στην αποπληρωμή ενός υφιστάμενου δανείου, παρέχουν ένα νέο δάνειο με ευνοϊκότερους όρους αποπληρωμής.

 

Ανοιχτό Δάνειο (Revolving Loan)

Είναι ένα δάνειο με ανώτατο πιστωτικό όριο. Ο δανειζόμενος δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσει το δάνειο μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αλλά έχει τη δυνατότητα να διαχειριστεί τα χρήματα μέχρι τη λήξη του δανείου χωρίς να απαιτείται έγκριση από την τράπεζα.

Παράδειγμα Έστω ότι κάποιος έχει πάρει ανοιχτό δάνειο 5.000 Ευρώ και αγοράζει πράγματα αξίας 1.000 Ευρώ. Το πιστωτικό του όριο θα πέσει στα 4.000 Ευρώ. Αν αποπληρώσει όμως το ποσό των 1.000 ευρώ τότε το πιστωτικό του όριο επανέρχεται στα 5.000 Ευρώ.

 

Αντιλογισμός (Reversal Entry)

Στη λογιστική θεωρείται μια καταχώρηση ημερολογιακής εγγραφής που είναι αντίστροφη μιας λανθασμένης εγγραφής. Στην περίπτωση αυτή η ημερολογιακή εγγραφή του αντιλογισμού ακυρώνει την αρχική εγγραφή. Υπάρχει πλήρης αντιλογισμός (ακύρωση όλης της αρχικής εγγραφής) ή μερικός αντιλογισμός (ακύρωση τμήματος της αρχικής εγγραφής).

 

 

 

Αντισυμβαλλόμενος (Counterparty)

Το έτερο μέλος που συμμετέχει σε μια χρηματοοικονομική συναλλαγή. Για την λήψη ενός δανείου τα δυο αντισυμβαλλόμενα μέρη είναι ο πιστωτής (η τράπεζα) και ο πελάτης (οφειλέτης).

 

Ανώνυμη Μετοχή (Anonymous Share)

Μετοχή χωρίς να αναγράφεται το όνομα του κατόχου

 

Ανώνυμη Εταιρία (SA, Anonymous Company)

Η εταιρία που έχει νομική προσωπικότητα και το κεφάλαιό της είναι διαιρεμένο σε μετοχές.

 

Αξιολόγηση Πιστωτικού Κινδύνου (Credit Rating)

Εκτιμά την ικανότητα αποπληρωμής ενός χρέους και την πιθανότητα χρεωκοπίας του δανειολήπτη, χρησιμοποιώντας ποσοτικά και ποιοτικά μοντέλα αξιολόγησης. Χαμηλή αξιολόγηση δείχνει μεγάλο κίνδυνο μη αποπληρωμής του χρέους και ως αποτέλεσμα τα επιτόκια δανεισμού θα είναι υψηλά.

 

Απαλλαγή (Abatement)

Η μείωση ή η αποφυγή πληρωμής φόρου, χρέους ή κάποιας άλλης οικονομικής υποχρέωσης.

 

Απλό ή ονομαστικό επιτόκιο (Interest Rate)

Υπολογισμός

Απλός τόκος =Κεφάλαιο x το ετήσιο επιτόκιο x αριθμό των ετών

Υπολογίζεται βάσει του αρχικού ποσού δανεισμού ή της αποταμίευσης

Παράδειγμα

Εάν αποταμιεύσετε 1.000 Ευρώ το χρόνο με απλό επιτόκιο 5% για 2 χρόνια, τότε τον χρόνο θα εισπράξετε 50 ευρώ και συνολικά τα 2 χρόνια θα εισπράξετε σε τόκους 100 Ευρώ.

 

Απογραφή (Inventory)

Διαδικασία επαλήθευσης και ελέγχου των λογιστικών καταστάσεων μιας επιχείρησης. Η απογραφή πραγματοποιείται βάση νομοθεσίας στο τέλος της λογιστικής χρήσης και ονομάζεται τακτική απογραφή. Απογραφή μπορεί όμως να διενεργηθεί και κατά τη διάρκεια του έτους και χωρίζεται σε εξω-λογιστικη και σε εσω-λογιστική απογραφή.

 

Απόδοση Επένδυσης (Return on investment)

Δείκτης για την αξιολόγηση μιας επένδυσης ή για την σύγκριση της απόδοσης διαφορετικών επενδύσεων.

Υπολογισμός

Απόδοση Επένδυσης = (Κέρδος επένδυσης- Κόστος επένδυσης)/Κόστος επένδυσης.

Αν η επένδυση δεν έχει θετικό πρόσημο ή άν υπάρχουν άλλες επενδύσεις με υψηλότερη απόδοση, τότε η επένδυση δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί.

 

Αποθεματικό (Reserves)

Το ποσό που δεσμεύεται από τα διανεμητέα κέρδη με στόχο την χρηματοδότηση της επιχείρησης (ανάπτυξη ή και επέκταση).

Στις τράπεζες αποθεματικό είναι το ποσό που πρέπει να υπάρχει (σε μετρητά ή καταθέσεις στην κεντρική τράπεζα) για την κάλυψη των πιστωτικών κινδύνων από κακοπληρωτές οφειλέτες.

 

Αποκρατικοποίηση (Privatization)

Η μεταφορά κυβερνητικών περιουσιακών στοιχείων ή/και υπηρεσιών στον ιδιωτικό τομέα με στόχο την βελτίωση της παραγωγικότητας, της οικονομικής αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα, της αύξησης του ανταγωνισμού και των δυνητικών επενδύσεων και την παροχή ποιοτικότερων προϊόντων ή υπηρεσιών.

 

Απόσβεση (Depreciation/Amortization)

Η μείωση της αξίας ενός πάγιου περιουσιακού στοιχείου από την φθορά που υπέστη (χρονική, λειτουργική φθορά)

Αποτελέσματα Χρήσης

Τα αποτελέσματα λογαριασμού σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο και αφορούν τα έσοδα και τα έξοδα καθώς και τα καθαρά αποτελέσματα που θα δείξουν αν η επιχείρηση εμφάνισε κέρδη ή ζημιές.

 

Ασφάλιστρο Κινδύνου (Credit Default Swap)

Στην περίπτωση πιστωτικού γεγονότος (ο δανειολήπτης αδυνατεί να αποπληρώσει το χρέος του) ενεργοποιείται το ασφάλιστρο κινδύνου όπου ο οφειλέτης τερματίζει ουσιαστικά την υπάρχουσα σύμβαση και αποδέχεται ένα διακανονισμό (settlement) καθώς το πιστωτικό γεγονός δεν του επιτρέπει πλέον να εκπληρώνει τους όρους που έχει υπογράψει.

 

Ατομική Επιχείρηση (Sole Proprietorship)

Η ατομική επιχείρηση έχει μόνο έναν ιδιοκτήτη που είναι ο μόνος απασχολούμενος ή απασχολεί κάποιον αριθμό ατόμων. Είναι πολύ απλή μορφή επιχείρησης καθώς για την ίδρυση της δεν απαιτείται από τον νόμο κάποιο ελάχιστο πόσο κεφαλαίου ώστε να αρχίσει κάποιος την δραστηριότητα του.

 

Βασικό επιτόκιο (Basic Interest)

Το βασικό επιτόκιο είναι το επιτόκιο με το οποίο οι τράπεζες δανείζονται χρήματα από την Κεντρική Τράπεζα.

 

Βασικό επιτόκιο ΕΚΤ

Τα επιτόκια που καθορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

 

Γραμμάτιο (Note/Bill)

Είναι χρεώγραφο ή πιστωτικό τίτλος, ενα συμφωνητικό μεταξύ δύο πλευρών που εκδίδεται απο τον αγοραστή και περιέχει υποσχεσή του, να πληρώσει στον πωλητή ένα συγκεκριμένο ποσό στο τέλος προκαθορισμένης χρονικής περιόδου.

 

 

Γεωργικό Εισόδημα

Το ετήσιο κέρδος που αποκτάται από γεωργικές επιχειρήσεις όπως αγροτικές, κτηνοτροφικές αλιευτικές κτλ.

 

Δάνειο (Loan)

Είναι η οφειλή του δανειζόμενου σε ένα δανειστή που του χορηγεί χρήματα. Ένα δάνειο χρησιμοποιείται από ένα άτομο ή μια επιχείρηση για να αποκτήσουν πρόσβαση σε κεφάλαια που δεν διαθέτουν για την κάλυψη προσωπικών ή επιχειρησιακών αναγκών. Το δάνειο λαμβάνεται με την υποχρέωση του οφειλέτη να εξοφλήσει το ποσό που έλαβε μαζί με ένα επιτόκιο που έχει συμφωνηθεί με τον δανειολήπτη.

 

Δασμοί (Tariffs)

Οι φόροι που επιβάλλονται σε εισαγόμενα ή εξαγόμενα προϊόντα δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο ένα οικονομικό εμπόδιο. Εφαρμόζεται σε περιπτώσεις που η εγχώρια παραγωγή ενός προϊόντος μειώνεται λόγω της αύξησης εισαγωγής του αντίστοιχου προϊόντος.

 

Δεδουλευμένοι Τόκοι (Accrued Interest)

Οι τόκοι που συσσωρεύονται μεταξύ των ημερομηνιών πληρωμής τοκομεριδίου ενός ομολόγου.

 

Δείκτης Αναφοράς / Συγκριτική προτυποποίηση(Benchmark)

Αξιολόγηση διαφόρων δεικτών με μέτρο σύγκρισης την καλύτερη πρακτική στον υπό μελέτη τομέα.

 

Διαιτησία (Arbitration)

Τρόπος επίλυσης διαφορών μεταξύ δυο πλευρών. Η διαιτησία μπορεί να είναι εκούσια ή και αναγκαστική.

 

Διακύμανση (Fluctuation)

Η μεταβλητότητα που έχει μια επένδυση στην απόδοσή της.

Διάσπαση Μετοχών (Stock Split)

Όταν οι μετοχές μιας επιχείρησης διαιρούνται σε περισσότερες με αποτέλεσμα να μειώνεται η τιμή της εκάστοτε μετοχής αναλογικά ώστε να μην αλλάξει η συνολική αξία των μετοχών που κατέχει ο εκάστοτε μέτοχος.

 

Δικαιόχρηση (Franchising)

Η ίδρυση μιας νέας επιχείρησης (ή ο μετασχηματισμός μιας υφιστάμενης επιχείρησης) μέσω της επωνυμίας και της τεχνιγνωσίας μιας ήδη επιτυχημένης επιχείρησης. Σε αντάλλαγμα ο δικαιοδόχος (Franchisee) καταβάλλει στον δικαιοπάροχο (Franchisor) μια αμοιβή.

 

Δημοσιονομικό Έλλειμα/Πλεόνασμα (Fiscal Deficit/Surplus)

Η διαφορά μεταξύ δημοσιών εσόδων και εξόδων. Όταν τα δημόσια έξοδα είναι μεγαλύτερα από τα έξοδα τότε έχουμε δημοσιονομικό πλεόνασμα ενώ στην περίπτωση που τα δημόσια έξοδα είναι μεγαλύτερα από τα έσοδα τότε έχουμε Δημοσιονομικό έλλειμα.

 

Εγγυητική Επιστολή (Letter of Credit)

Είναι πιστοποιητικά που εκδίδονται από τις τράπεζες, όπου η εκδότρια τράπεζα αναλαμβάνει μια νομική δέσμευση να καταβάλει ένα συγκεκριμένο ποσό σε συγκεκριμένη μελλοντικά ημερομηνία, υπό τον όρο να εμφανιστούν στην τράπεζα σύμφωνα με τους όρους της πίστωσης.

 

Εμπάργκο (Embargo)

Κυβερνητική απόφαση οικονομικής φύσεως με την οποία απαγορεύονται οι εμπορικές δραστηριότητες μεταξύ δύο χωρών με στόχο την οικονομική απομόνωση της μιας χώρας.

 

Εμπορεύματα (Commodities)

Είναι οποιαδήποτε φυσικό αγαθό που είναι διαπραγματεύσιμο και οι επενδυτές αγοράζουν ή πωλούν με μελλοντικά συμβόλαια εκπλήρωσης (Futures). Τα πιο γνωστά εμπορεύματα ανήκουν σε κατηγορίες όπως τα μέταλλα, η ενέργεια, δημητριακά, τρόφιμα κτλ.

 

Ενεργητικό (περιουσιακό στοιχείο) Asset

Το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων που έχουν μια χρηματική αξία και μπορεί να προσφέρει οικονομικά και όχι μόνο οφέλη.

 

Ενέχυρο/εχέγγυο/εγγύηση (Collateral)

Περιουσιακό στοιχείο που δίνει ως αντάλλαγμα ο δανειζόμενος σε ένα δανειστή με αντάλλαγμα την παροχή δανείου. Στην περίπτωση που ο δανειζόμενος δεν μπορεί να αποπληρώσει το δάνειο τότε ο δανειστής έχει δικαίωμα πάνω στο περιουσιακό αυτό στοιχείο.

 

Ενοχική Εξασφάλιση

Η ενοχική εξασφάλιση δημιουργείται μέσω της υπογραφής του οφειλέτη ή του εγγυητή χωρίς να απαιτείται κάποια άλλη εξασφάλιση για την παροχή δανείου.

 

Έντοκα Γραμμάτια Δημοσίου Treasury Bills)

Κρατικά βραχυπρόθεσμα γραμμάτια με εκδότη το Δημόσιο. Έχουν τον μικρότερο κίνδυνο σε σχέση με άλλα προϊόντα και άρα έχουν μικρή ή μηδενική πιθανότητα πτώχευσης.

 

Εξαγορά (Acquisition)

Η ανάληψη του ελέγχου μιας επιχείρησης μέσω της αγοράς του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών ή των δικαιωμάτων ψήφου.

 

Εξισορροπητική Κερδοσκοπία (Arbitrage)

Η ταυτόχρονη αγορά και πώληση της ίδια (συνήθως) επένδυσης σε διαφορετικές αγορές και τιμές που μπορεί να οδηγήσει σε κέρδη χωρίς να υπάρξει κίνδυνος. Με αυτό τον τρόπο ο συμμετέχων έχει δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αλλά αλλοκαλυπτόμενες θέσεις.

 

Εμπράγματη Εξασφάλιση (Collateral)

Είναι ένα αντικείμενο με κάποια αξία που ο δανειστής αποκτά δικαίωμα κτίσης στην περίπτωση που ο δανειζόμενος δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει το δάνειο που έχει πάρει.

 

Επενδυτής (Investor)

Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αγοράζει περιουσιακά στοιχεία με την προσδοκία απόκτησης υψηλότερων κερδών σε σχέση με αυτή που μπορεί να αποκομίσει από τις τραπεζικές καταθέσεις.

 

Επι πιστώσει (Credit)

Η πώληση ενός προϊόντος ή υπηρεσίας με την υπόσχεση της μελλοντικής αποπληρωμής του.

 

Επιδότηση (Subsidy)

Η οικονομική ενίσχυση μιας εταιρίας ή βιομηχανίας από μία κυβέρνηση ή οργανισμό. Η μορφή της επιδότησης μπορεί να πάρει τη μορφή φοροελάφρυνσης ή χρηματικής συνεισφοράς. Το κύριο χαρακτηριστικό της επιδότησης είναι η μείωση της αγοραίας αξίας ενός προϊόντος κάτω από το κόστος παραγωγής του.

 

Επιταγή (Cheque)

Είναι αξιόγραφο με το οποίο ο εκδότης της επιταγής (Drawer) δίνει εντολή στον πληρωτή (πιστωτικό ίδρυμα) (drawee) να πληρώσει στο όνομα του εκδότη ένα ορισμένο ποσό στον κομιστή της (bearer).

 

Επιτόκιο (Interest)

Εάν κάποιος δανειστεί χρήματα, ο δανειστής θα ζητήσει κάτι παραπάνω από το ποσό που δανείζει. Αυτό το κάτι παραπάνω είναι το επιτόκιο. Το επιτόκιο το συναντάμε τόσο στον δανεισμό όσο και στην αποταμίευση. Υπάρχουν διάφορα είδη επιτοκίων.

 

 

Επιτόκιο κατ’ανατοκισμό

Υπολογισμός

Επιτόκιο κατ’ανατοκισμό= (κεφάλαιο +δεδουλευμένος τόκος) x ετήσιο επιτόκιο

Παράδειγμα

Εάν αποταμιεύσετε 1.000 Ευρώ το χρόνο με επιτόκιο 5% το χρόνο, τον πρώτο χρόνο θα εισπράξετε 100 σε τόκο τον πρώτο χρόνο και τον δεύτερο χρόνο θα εισπράξετε 52,5 Ευρώ. Συνολικά τα 2 χρόνια θα εισπράξετε 102,5 ευρώ σε τόκους.

 

Επιχορήγηση (Grant)

Ως επιχορήγηση ορίζεται η οικονομική ενίσχυση ενός κλάδου, μιας βιομηχανίας ή επιχείρησης απο την κυβέρνηση ή εαν οργανισμό. Επιδοτήσεις θεωρούνται οι φοροελαφρύνσεις ή οι χρηματικές συνεισφορές για την τόνωση του κλάδου.

 

Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης (Limited Liability Company)

Η Ε.Π.Ε. συνδυάζει τα πλεονεκτήματα της ομόρρυθμης εταιρείας και της ανώνυμης εταιρείας.

 

Ετερόρρυθμη Εταιρεία (Limited Partnership)

Ετερόρρυθμη Εταιρεία είναι εκείνη της οποίας ένας ή περισσότεροι εταίροι ευθύνονται και ένας ή περισσότεροι που ευθύνονται μέχρι του ποσού της εισφοράς του. Υπάρχουν δύο κατηγορίες εταίρων αυτοί ευθύνονται απεριόριστα και ονομάζονται Ομόρρυθμοι εταίροι και αυτοί που ευθύνονται περιορισμένα και ονομάζονται ετερόρρυθμοι εταίροι.

 

Ευρωπαική Κεντρική Τράπεζα (European Central Bank)

Η κεντρική τράπεζα της Ευρωζώνης υπεύθυνη για την ἀσκηση νομισματικής πολιτικής στα κράτη μέλη της Ευρωζώνης.

Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM)

Μηχανισμός επίλυσης κρίσεων στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σκοπό την παροχή δανείων ή προληπτικής γραμμής πίστωσης σε χώρες της Ευρωζώνης που αντιμετωπίζουν προβλήματα χρηματοδότησης και τη διασφάλιση της Ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας (EFSF)

Προσωρινός μηχανισμός επίλυσης κρίσεων για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρέχοντας χρηματοοικονομική βοήθεια με την έκδοση ομολόγων και άλλων δανειακών εργαλείων.

 

Ζήτηση (Demand)

Δείχνει την ποσότητα ενός προϊόντος που οι καταναλωτές είναι διατεθειμένοι να αγοράσουν. Στην περίπτωση που έχουμε αύξηση τιμών η ζήτηση μειώνεται, ενώ αντίθετα στην περίπτωση που σημειωθεί μείωση τιμών η ζήτηση αυξάνεται.

 

Διαφανείς Ενισχύσεις (Deminimis)

Η Ευρωπαϊκή Ένωση στοχεύοντας στον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων εφαρμόζει πολιτική για την διασφάλιση του ελεύθερου και θεμιτού ανταγωνισμού. Ως κρατική ενίσχυση ορίζεται η ενίσχυση που παρέχεται από μια δημόσια αρχή μέσω δημόσιων πόρων για την στήριξη επιχειρήσεων ή παραγωγών δίνοντας με αυτό τον τρόπο ισχυρό πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών.

Η ενίσχυση ήσσονος σημασίας ορίζει πως οι κρατικές ενισχύσεις που μπορεί να λάβει μια επιχείρηση μέσα σε μια τριετία δεν θα πρέπει να ξεπερνάει το ποσό των 200.000 Ευρώ (100.000 για τον τομέα των μεταφορών). Το ποσό αυτό θεωρείται χαμηλό και άρα δεν επηρεάζεται ο ανταγωνισμός. Για παράδειγμα, αν μια επιχείρηση λάβει ενίσχυση το 2018, η τριετία αφορά τα έτη 2016, 2017, 2018.

 

Ιδία Κεφάλαια (Equity)

Σε μια επιχείρηση ιδία κεφάλαια θεωρούνται 1) το μετοχικό κεφάλαιο, 2) Τα αποθεματικά 3) Οι υποχρεώσεις 4) Τα κεφάλαια που χορηγούν τρίτοι στην επιχείρηση χωρίς να αποκτούν την ιδιότητα του φορέα.

 

Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών (Current Account Balance)

Πίνακας συναλλαγών όπου παρουσιάζεται η διαφορά μεταξύ της αξίας των αγαθών και των υπηρεσιών που εισάγει μια χώρα σε σχέση με την αξία αυτών που εξάγει και δείχνει την οικονομική δύναμη της χώρας σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο. Ένα πλεόνασμα του ισοζυγίου επηρεάζει θετικά την οικονομική δραστηριότητα της χώρας και κατά πόσο μπορεί η οικονομία της χώρας να λειτουργήσει χωρίς εξωτερικό δανεισμό.

 

Ισολογισμός (Balance Sheet)

Λογιστικός πίνακας με πληροφορίες για τα περιουσιακά στοιχεία, τις υποχρεωσεις και τις απαιτήσεις μιας επιχείρησης ή οργανισμού σε ενα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Οι πληροφορίες αυτές αφορούν την απόδοση μιας επιχείρησης και αξιολογούν την χρηματοοικονομική κατάσταση της επιχείρησης.

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ= ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ +ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ

 

Καρτέλ

Συμφωνίες μεταξύ ολιγοπωλιακών επιχειρήσεων με σκοπό την εκμετάλλευση της αγοράς και των προϊόντων τους.

 

Καταθέσεις Όψεως (Demand Deposit)

Είναι τραπεζικοί καταθετικοί λογαριασμοί με μηδενικό ή πολύ χαμηλό επιτόκιο που χρησιμοποιούν οι καταθέτες΄.

 

Καταθέσεις Ταμιευτηρίου (Savings Deposit)

Είδος καταθετικού λογαριασμού με χαμηλή απόδοση επιτοκίου.

 

Καταθέσεις Τρεχούμενων Λογαριασμών (Transactional Account/Current Account)

Έντονοι καταθετικοί λογαριασμοί φυσικών προσώπων σε μια τράπεζα, με σκοπό την γρήγορη και συχνή πρόσβαση των πελατών στα κεφάλαιά τους, μέσω πολλών διαφορετικών καναλιών.

 

Καταστατικό (Article of Association)

Στο καταστατικό καθορίζονται οι κανονισμοί για τον τρόπο λειτουργίας της εταιρείας.

 

 

Κεφάλαια Αντιστάθμισης Κινδύνου (Hedge Fund)

Επενδυτικά σχήματα με σκοπό την αντιστάθμιση κινδύνου και την επίτευξη μιας θετικής απόδοσης ανεξάρτητα από την άνοδο ή πτώση των αγορών. Τα Κεφάλαια Αντιστάθμισης Κινδύνου έχουν ένα πιο επιθετικό επενδυτικό προσανατολισμό και  εμπεριέχουν ένα μεγάλο εύρος χρηματοοικονομικών και επενδυτικών προϊόντων.

 

Κεφαλαιακός Κίνδυνος (Principal Risk)

Ο κίνδυνος να χαθούν τα χρήματα μιας επένδυσης ή να μειωθεί η αξία μιας επένδυσης κάτω από την αξία απόκτησής της.

 

Κεφάλαιο (Capital)

Η αξία μιας επένδυσης σε μια επιχείρηση.

 

Λογιστική Αξία (Book Value)

Ο συνολικός αριθμός των μετοχικών κεφαλαίων μιας επιχείρησης.

 

Μέρισμα (Dividend)

Είναι το μερίδιο ανά μετοχή των καθαρών κερδών μιας επιχείρησης στους μετόχους. Το ποσό εξαρτάται απο τον αριθμό των αριθμό των μετοχών και συνήθως καταβάλλονται σε μετρητά. Η καταβολή μερίσματος θεωρείται οτι δίνει μια εικόνα ευρωστίας και κερδοφορίας μιας επιχείρησης.

 

Μεταβλητό Κόστος (Variable Cost)

Το κόστος των παραγωγικών συντελεστών που μεταβάλλονται ανάλογα με την παραγωγή της επιχείρησης.

 

Μετατρέψιμο Ομόλογο (Convertible Bond)

Ομόλογο που στον κάτοχό του παρέχεται το δικαίωμα να το ανταλλάξει με κοινές μετοχές της επιχείρησης σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και με συγκεκριμένη τιμή εξάσκησης.

 

 

Μετοχή (Stock)

Ως μετοχή ορίζεται ένα μερίδιο ιδιοκτησίας επί μιας εταιρίας. Οι εταιρίες πουλούν μετοχές προκειμένου να συγκεντρώσουν κεφάλαια. Σε αντάλλαγμα, οι μέτοχοι μπορούν να πουλήσουν τις μετοχές τους στην περίπτωση που ανέβει η τιμή να αγοράσουν εισπράξουν μερίσματα, να τους διανεμηθούν κέρδη επι των μετοχών τους.

 

Μετοχικό Κεφάλαιο (Share Capital)

Το σύνολο των κεφαλαίων των μετόχων μιας ανώνυμης εταιρίας κατά την ίδρυσή της ή και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της.

 

Μικρή επιχείρηση (Small Enterprise)

Επιχείρηση που απασχολεί έως 50 άτομα εργαζόμενους και που ο Κύκλος Εργασιών της ήταν έως 10 εκ. ευρώ ή ο ισολογισμός της ήταν έως 10 εκ. ευρώ.

 

Μικρομεσαία Επιχείρηση

Επιχείρηση που απασχολεί έως 250 εργαζομένους και που ο ετήσιος Κύκλος Εργασιών είναι έως 50 εκατομμύρια ευρώ ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού να είναι έως 43 εκ. ευρώ.

 

Μη εξυπηρετούμενο Δάνειο (NonPerforming Loan NPL)

Όταν ο δανειολήπτης καταβάλλει τις συμφωνηθείσες δόσεις όπως έχει προγραμματιστεί το δάνειο χαρακτηρίζεται εξυπηρετούμενο. Ένα δάνειο γίνεται μη εξυπηρετούμενο όταν ο δανειολήπτης είναι απίθανο αποπληρώνει το δάνειο ή έχει να καταβάλλει τις συμφωνηθείσες δόσεις για πάνω από 90 ημέρες.

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ονομάζονται επισφαλή ή κόκκινα δάνεια.

 

Μηχανισμός Έκτακτης Ρευστότητας (ELA)

Οι Ευρωπαϊκές Τράπεζες μπορούν κατ’ εξαίρεση να λαμβάνουν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βραχυπρόθεσμο δανεισμό. Οποιοδήποτε κόστος και κίνδυνος προκύψει δυνητικά από την κεντρική τράπεζα της χώρας που έλαβε την παροχή ρευστότητας επιβαρύνει τον ισολογισμό της Κεντρικής Τράπεζας και κατ’ επέκταση επιβαρύνεται το ίδιο το κράτος.

Η αύξηση του ορίου ELA στο τραπεζικό σύστημα μιας χώρας σηματοδοτεί αύξηση στα προβλήματα ρευστότητας των τραπεζών. Η μείωση του ορίου ELA σημαίνει μειωμένος κίνδυνος ρευστότητας των τραπεζών.

 

Mezzanine

Χρηματοοικονομικοί τίτλοι που συνδυάζουν χαρακτηριστικά ομολόγων και μετοχών και προσφέρουν τη δυνατότητα στους επενδυτές να μετατρέψουν το χρέος σε μετοχές. Από την πλευρά του ομολόγου παίρνει τη μορφή μικρής ή μηδενικής εξασφάλισης (Subordinated Bond) ενώ από την πλευρά των μετοχών παίρνει τη μορφή προνομιούχων μετοχών ή μετατρέψιμων ομολογιών (συνδυαστικά με μετοχικά δικαιώματα). Ο στόχος του Mezzanine δεν είναι η μακροχρόνια επένδυση αλλά αντίθετα στοχεύει σε μεγάλες αποδόσεις σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

 

Ολιγοπώλιο (Oligopoly)

Μορφή αγοράς όπου ένας μικρός αριθμός επιχειρήσεων ελέγχουν την προσφορά ενός προϊόντος με αποτέλεσμα να ελέγχουν την τιμή αλλά και τη διάθεση του προϊόντος

 

Ονομαστική Αξία (Par Value/Face Value)

Η αναγραφόμενη αξία ενός ομολόγου την ημερομηνία έκδοσής τους η οποία συνήθως είναι  και η τιμή εξόφλησης, το ποσό δηλαδή που αποδίδεται στον επενδυτή κατά τη λήξη του ομολόγου.

 

Παθητικό (Liabilities and owner’s equity)

Στο παθητικό μέρος ενός ισολογισμού καταγράφονται τα αποθεματικά μεγέθη των υποχρεώσεων της προς τους μετόχους ή τους δανειστές της επιχείρησης. Αποτελεί το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων και των υποχρεώσεων μιας επιχείρησης.

 

 

 

Υποχρεώσεις (Liabilities)

Είναι χρέη της επιχείρησης και χρησιμοποιούνται για την χρηματοδότηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Υποχρεώσεις θεωρούνται τα δάνεια, οι προκαταβολές πελατών προς την επιχείρηση, οι πιστώσεις τρίτων προς την επιχείρηση.

 

Οικονομία Κλίμακας (Economy of scale)

Είναι η τάση της μείωσης του κόστους όσο αυξάνεται η ποσότητα της παραγωγής.

 

Ομόλογο (Bond)

Χρηματοοικονομικό προϊόν που εκδίδεται είτε απο το δημόσιο (Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου) είτε απο ιδιωτικούς οργανισμούς (Εταιρικά Ομόλογα) και χρησιμοποιούνται για το δανεισμό κεφαλαίων απο το επενδυτικό κοινο. Ο εκδότης δανείζεται χρήματα με τόκο και στην λήξη καταβάλει στο δανειστή το αρχικό κεφάλαιο.

 

Ομόρρυθμη Εταιρεία

Η εταιρεία που ιδρύεται από δύο ή περισσότερα άτομα με σκοπό την διενέργεια εμπορικών πράξεων κάτω από την εμπορική επωνυμία και τη την πραγματοποίηση κέρδους. Οι εταίροι ευθύνονται προσωπικά με όλη την ατομική περιουσία τους για όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας. Η Ομόρρυθμη εταιρεία θεωρείται νομικό πρόσωπο, η σύσταση της οποίας αποδεικνύεται από ένα έγγραφο πού ονομάζεται καταστατικό και απαιτείται η δημοσίευση του στο πρωτοδικείο της έδρας της.

 

Παραστατικό (Voucher)

Είναι ένα έγγραφο που πιστοποιεί την ύπαρξη κάποιας συναλλαγής που επιδρά σε στοιχεία ισολογισμού μιας εταιρείας. Παράδειγμα αποτελεί το τιμολόγιο.

Περίοδος Χάριτος (Grace Period)

Η χρονική περίοδος που συμφωνείται στο πλαίσιο μιας σύμβασης χορήγησης ή ρύθμισης δανείου, στη διάρκεια της οποίας ισχύουν ειδικοί ευνοικότεροι όροι για τον δανειολήπτη. Όροι που συνήθως συμπεριλαμβάνονται σε περίοδο χάριτος είναι η δυνατότητα πληρωμής μόνο των τόκων, μειωμένης πληρωμής δόσης, και πλήρους αναστολής καταβολής δόσεων.

 

Πιστωτής (Creditor)

Φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο οφείλονται χρήματα. Ο πιστωτής δανείζει χρήματα με την προϋπόθεση να τα επιστρέψουν σε μια μελλοντική ημερομηνία.

 

Πιστωτικό Γεγονός (Credit Event)

Οποιαδήποτε αιφνίδια μεταβολή στην πιστοληπτική ικανότητα ενός οφειλέτη, θέτοντας υπο αμφισβήτηση την ικανότητα του δανειολήπτη να αποπληρώσει το χρέος του, αποτελώντας έτσι το καθοριστικό σημείο για την ενεργοποίηση ενός ασφάλιστρου κινδύνου.

 

Πληθωρισμός (Inflation)

Είναι η αύξηση τιμών σε αγαθά και υπηρεσίες στην οικονομία. Δηλαδή με 1 ευρώ ο καταναλωτής αγοράζει λιγότερα πράγματα. Η αξία του ευρώ ως αποτέλεσμα του πληθωρισμού να μειώνεται.

 

Πολύ Μικρή Επιχείρηση (Very Small Enterprise)

Επιχείρηση που απασχολεί έως 10 άτομα εργαζόμενους και που ο Κύκλος Εργασιών της ήταν έως 2,5 εκ. ευρώ ή ο ισολογισμός της ήταν έως 2,5 εκ. ευρώ.

 

Ποσοτική Χαλάρωση (Quantitative easing)

Νομισματική πολιτική κατά την οποία η κεντρική τράπεζα αγοράζει κρατικά χρεόγραφα από τη δευτερογενή αγορά για να τονωθεί η οικονομία Η αγορά χρεογράφων οδηγεί σε άνοδο των τιμών τους και μείωση των επιτοκίων τους.

 

Πρακτορεία Επιχειρηματικών Απαιτήσεων (Factoring)

Εξειδικευμένο χρηματοοικονομικό προϊόν ανάμεσα σε έναν οργανισμό, μια επιχείρηση που πουλάει προϊόντα και υπηρεσίες επι πιστώσει και τους πελάτες. Ο οργανισμός αγοράζει τις απαιτήσεις του προμηθευτή και από εκεί και πέρα διαχειρίζεται την πίστωση που έχει δοθεί στους αγοραστές μέχρι την τελική της είσπραξη παρέχοντας άμεσα προκαταβολή επί της τιμολογιακής αξίας.

 

Προβληματική Επιχείρηση (Enterprise under financial difficulty)

Η Επιχείρηση που δεν είναι ικανή να ανακόψει τη ζημιογόνο πορεία της με δικούς της οικονομικούς πόρους ή με πόρους που εξασφαλίζει από τους ιδιοκτήτες/μέτοχους και τους πιστωτές της. Χωρίς εξωτερική παρέμβαση από το κράτος, θα οδηγηθεί προς μια σχεδόν βέβαιη οικονομική εξαφάνιση βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα.

Οι προβληματικές επιχειρήσεις εξαιρούνται από τα προγράμματα με τα οποία παρέχεται κρατική ενίσχυση στις επιχειρήσεις με τη μορφή επιχορήγησης, δανείου, επιδότησης επιτοκίου κλπ. είτε αυτά χρηματοδοτούνται από το ΕΣΠΑ, είτε από εθνικούς πόρους ή από άλλες πηγές.

Χαρακτηριστικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν μια επιχείρησης ως προβληματικής είναι:

  • Να έχει ενταχθεί σε πτωχευτική διαδικασία.
  • Να έχει λάβει ενίσχυση διάσωσης και να μην έχει αποπληρωθεί ακόμη το ΄δάνειο ή η εγγύησης.
  • Να έχει λάβει ενίσχυση αναδιάρθρωσης και να βρίσκεται σε σχέδιο αναδιάρθρωσης.
  • Να έχει απωλέσει λόγω συσσωρευμένων ζημιών πάνω από το ήμισυ του κεφαλαίου τους.

 

Προθεσμιακή κατάθεση (Certificate of Deposit (CD)

Ο επενδυτής καταθέτει στην τράπεζα ένα συγκεκριμένο ποσό για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για να λάβει στο τέλος ένα μεγαλύτερο επιτόκιο.

 

Προμήθεια (Commission)

Το ποσό που δίδεται ως αντάλλαγμα για την παροχή υπηρεσιών. Συνήθως υπολογίζεται ως ποσοστό επί της χρηματικής αξίας της υπηρεσίας ή του ποσού.

 

Προνομιούχες Μετοχές (Preferred stocks)

Οι προνομιούχες μετοχές έχουν προτεραιότητα έναντι των κοινών όταν η επιχείρηση διανείμει μέρισμα ή στην περίπτωση ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων, χωρίς ωστόσο να παρέχεται το δικαίωμα ψήφου στη γενική συνέλευση της επιχείρησης.

 

Πρωτογενές Έλλειμα (Core Deficit)

Η διαφορά ανάμεσα στις τρέχουσες δαπάνες και τα τρέχοντα έσοδα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Το πρωτογενές έλλειμα προκύπτει μετά την αφαίρεση των τόκων και των χρεολυσίων των δανείων του Δημοσίου από το έλλειμα του γενικού κρατικού προϋπολογισμού.

 

Πρωτογενής Αγορά (Primary Market)

Η αγορά όπου εισάγονται για πρώτη φορά οι μετοχές και τα ομόλογα.

 

Ρευστοποίηση (Liquidation)

Η εκποίηση των στοιχείων του Ενεργητικού μιας επιχείρησης σε περίπτωση πτώχευσης, με την μετατροπή τους σε μετρητά για την πληρωμή των πιστωτών της. Μετά ρευστοποίηση και την εξόφληση των πιστωτών, οι μέτοχοι παίρνουν το μερίδιο που τους αναλογεί.

 

Συγχώνευση (Merger)

Η ένωση δύο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων (επι ίσοις όροις) με στόχο τη βελτίωση της παραγωγικότητας καθώς και την επίτευξη οικονομίας κλίμακας. Στη συγχώνευση, οι δύο επιχειρήσεις μετατρέπονται σε μια νομική οντότητα (περιουσιακά στοιχεία, διαδικασίες πόρους κτλ.)

 

Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης (Futures)

Μια δεσμευτική συμφωνία μεταξύ δύο συναλλασσόμενων και υποχρέωση για αγοραπωλησία ενός περιουσιακού στοιχείου, ένα καθορισμένο προϊόν σε προκαθορισμένη τιμή και σε προκαθορισμένη μελλοντική χρονική στιγμή.

 

 

Συμμετοχές (Participations)

Μετοχές άλλων εταιριών που αποκτά μια επιχείρηση με σκοπό να αποκτήσει έλεγχο στη διαχείρισή τους.

 

Συναλλαγματική Ισοτιμία (Exchange Rate)

Είναι η ισοτιμία με την οποία ένα νόμισμα μπορεί να ανταλλαχθεί με ένα άλλο νόμισμα. Είναι η ποσότητα ενός νομίσματος που απαιτείται για την αγορά μιας μονάδας ενός άλλου νομίσματος. Η ισοτιμία μεταξύ δύο εθνικών νομισμάτων μεταβάλλεται διαρκώς στην παγκόσμια αγορά συναλλάγματος.

Παράδειγμα

Έστω οτι η συναλλαγματική Ισοτιμία Ευρώ με Δολλάριο Αμερικής είναι 1,21. Αυτό σημαίνει πως με 1 Ευρώ μπορείς να αγοράσεις 1,21 Δολάρια Αμερικής.

 

Συστημικός /Μη Διαφοροποιησιμος Κίνδυνος (Systemic risk/Nondiversifiable risk)

ο αναπότρεπτος κίνδυνος (επιτόκια, ύφεση) που μπορεί να επηρεάσει τις αξίες επενδύσεων, χαρτοφυλακίων κτ.

 

Ταμειακές Ροές

Παρουσιάζουν τις εισροές και εκροές μετρητών σε μια καθορισμένη μελλοντική περίοδο που η επιχείρηση θα χρειαστεί μετρητά για να καλύψει τις υποχρεώσεις της.

 

Τιμολόγιο (Invoice)

Παραστατικό που εκδίδεται από έναν πωλητή προς έναν αγοραστή και αποτελεί υποχρέωση για τον αγοραστή και κατατάσσεται στους εισπρακτέους λογαριασμούς για τον εκδότη.

 

Τραπεζικά Τεστ Αντοχής (Stress Tests)

Είναι προσομοιώσεις μελλοντικών οικονομικών γεγονότων (άσχημα οικονομικά σενάρια) για να αξιολογήσουν την κεφαλαιακή επάρκεια των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε περιπτώσεις αρνητικών εξελίξεων στην οικονομία. Τα τραπεζικά τεστ αντοχής διεξάγονται είτε από τα ίδια τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είτε από τις εποπτικές αρχές.

Υπερημερία (Default)

Η καθυστέρηση εκπλήρωσης μιας συγκεκριμένης συμβατικής υποχρέωσης. Παράδειγμα

Τόκοι υπερημερίας είναι οι πρόσθετοι τόκοι που πληρώνει κάποιος όταν δεν πληρώνει το χρέος του στην προβλεπόμενη ημερομηνία.

 

Φερεγγυότητα (Solvency)

Η ικανότητα μιας επιχείρησης (φυσικού ή νομικού προσώπου) να ανταπεξέρχεται στις οικονομικές υποχρεώσεις.

 

Χαρτοφυλάκιο (Portfolio)

Το σύνολο των περουσιακών στοιχείων που έχει ένας επενδυτής στην κατοχή του.

 

Χρεόγραφο (Security)

Ένα επενδυτικό διαπραγματεύσιμο προϊόν που εκδίδεται απο μια κυβέρνηση, μια εταιρία ή άλλο οργανισμό, αντιπροσωπεύει οικονομική αξία και αποτελει αποδεικτικό χρέους ή δικαίωμα σε διανεμόμενα κέρδη.

 

Χρηματοδοτική Μίσθωση (Leasing)

Τρόπος χρηματοδότησης, μέσω του οποίου οι επιχειρήσεις (ανεξάρτητα απο το το μέγεθος, το είδος και τη νομική τους μορφή) μπορούν να αποκτήσουν ακίνητα ή και κινητά στοιχεία χωρίς να δεσμεύσουν τα κεφάλαιά τους ή να καταφύγουν σε κλασσικές μορφές δανεισμού. Η εταιρία leasing παραχωρεί στον μισθωτή το δικαίωμα χρήσης για συγκεκριμένη χρονική περίοδο έναντι προσυμφωνημένου μισθώματος που καταβάλλεται σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα.

 

Ωρίμανση (Maturity)

Η ημερομηνία στην οποία θα εξοφληθεί ένα χρεόγραφό (πχ ενα ομόλογο)

 

Χαρτοφυλάκιο (Portfolio)

Το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων που έχει ένας επενδυτής στην κατοχή του.

 

Χρεόγραφο (Security)

Επενδυτικό διαπραγματεύσιμο προϊόν που αντιπροσωπεύει μια αξία οικονομική και εκδίδεται από μια κυβέρνηση ή οργανισμό και αποτελεί αποδεικτικό χρέους ή διανεμόμενου κέρδους.

 

Χρεωκοπία /Πτώχευση (Bankruptcy)

Η αδυναμία ενός προσώπου (φυσικό ή νομικό) να ανταπεξέλθει στην αποπληρωμή των χρεών του. Με την ολοκλήρωση της νομικής διαδικασίας της χρεοκοπίας (καταμέτρηση, αξιολόγηση και ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων) γίνεται η αποπληρωμή μέρους ή του συνόλου των χρεών και ο οφειλέτης απαλλάσσεται πλήρως από τα χρέη του.

 

Χρηματοδοτικό προϊόν (Financial Product)

Χρηματοδοτικό προϊόν είναι το προϊόν που είναι άυλο και όχι υλικό. Παράδειγμα η αγορά ενός αυτοκινήτου (υλικό) ενώ ένα άυλο χρηματοδοτικό προϊόν θεωρείται το αμοιβαίο κεφάλαιο, οι μετοχές, τα hedge funds.